| Cercami.mp3 |
Εμπεδοκλής
ζω τη ζωή μου σα να τη θυμάμαι
σα να είμαι ο καπνός της
μονάχα ο νους μου καίει
και στάχτη αφήνει γύρω του
τα πράγματα
ντροπή ο θάνατος
η πιο μεγάλη τρέλα
κύμα τυφλό χτυπάει
στην όχθη της ζωής
μετά που πάει;
για κάθε θάνατο
για κάθε θάνατό σας
ντρέπομαι
και θέλω γι’ αυτό
όλο το σώμα μου να κλάψει
θέλω το σώμα μου εδώ
για πάντα να θρηνεί
γι’ αυτό σε σένα Αίτνα καταφεύγω
δείξε το θρήνο μου
κάνε το σώμα μου κρατήρα γοερό
για ό,τι υπάρξει
μόνον εσύ ω λάβα νιώθεις
τον πόνο της διαύγειας που λείπει
γι’ αυτό ξεσπάς και βγαίνεις
μοναδικό συμπέρασμα
από τη μαύρη ασάφεια της γης
τρέμεις ω λάβα
τρέμεις σαν ψυχή
με σένα μόνο το πνεύμα μου ταιριάζει
είναι ο φόβος μου κορμί και θάμνος
ζαρκάδι και έξαλος ιχθύς
κι ακόμη κάθομαι και όλ’ αυτά
τα λέω της ύπαρξης εκλάμψεις;
τα λέω φως;
ούτε για διάδημα δεν κάνει
στο κουρασμένο μου κεφάλι
σα να είμαι ο καπνός της
μονάχα ο νους μου καίει
και στάχτη αφήνει γύρω του
τα πράγματα
ντροπή ο θάνατος
η πιο μεγάλη τρέλα
κύμα τυφλό χτυπάει
στην όχθη της ζωής
μετά που πάει;
για κάθε θάνατο
για κάθε θάνατό σας
ντρέπομαι
και θέλω γι’ αυτό
όλο το σώμα μου να κλάψει
θέλω το σώμα μου εδώ
για πάντα να θρηνεί
γι’ αυτό σε σένα Αίτνα καταφεύγω
δείξε το θρήνο μου
κάνε το σώμα μου κρατήρα γοερό
για ό,τι υπάρξει
μόνον εσύ ω λάβα νιώθεις
τον πόνο της διαύγειας που λείπει
γι’ αυτό ξεσπάς και βγαίνεις
μοναδικό συμπέρασμα
από τη μαύρη ασάφεια της γης
τρέμεις ω λάβα
τρέμεις σαν ψυχή
με σένα μόνο το πνεύμα μου ταιριάζει
είναι ο φόβος μου κορμί και θάμνος
ζαρκάδι και έξαλος ιχθύς
κι ακόμη κάθομαι και όλ’ αυτά
τα λέω της ύπαρξης εκλάμψεις;
τα λέω φως;
ούτε για διάδημα δεν κάνει
στο κουρασμένο μου κεφάλι
Απολείπειν ο Θεός Aντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.
Μουσικά κομάτια
| Made by Αποσπερίτης |
Το θεσσαλικό φεγγάρι
Το θεσσαλικό φεγγάρι ήταν ένα μεγάλο φεγγάρι,
Σαν ένα μπακιρένιο ταψί.
Το κατέβαζαν τα κορίτσια τις νύχτες
Και ζύμωναν χιλιάδες όνειρα ως το πρωί.
Ήταν ένα φεγγάρι παλιό
Γεμάτο συννεφοχτυπήματα.
Το φορτώθηκε μια φορά ο παππούς μου στον ώμο
Και πήγε να το γανώσει.
Στο δρόμο τον έπιασαν κάτι αλήτες
Και τον σκότωσαν στο ξύλο.
Το φεγγάρι το θάψανε βαθιά στη γη.
Αυτό που βλέπουν τα βράδια οι έρμοι οι Θεσσαλοί
Δεν είναι φεγγάρι.
Μια κατάρα είναι που σιγοκαίει τον ουρανό.
Σαν ένα μπακιρένιο ταψί.
Το κατέβαζαν τα κορίτσια τις νύχτες
Και ζύμωναν χιλιάδες όνειρα ως το πρωί.
Ήταν ένα φεγγάρι παλιό
Γεμάτο συννεφοχτυπήματα.
Το φορτώθηκε μια φορά ο παππούς μου στον ώμο
Και πήγε να το γανώσει.
Στο δρόμο τον έπιασαν κάτι αλήτες
Και τον σκότωσαν στο ξύλο.
Το φεγγάρι το θάψανε βαθιά στη γη.
Αυτό που βλέπουν τα βράδια οι έρμοι οι Θεσσαλοί
Δεν είναι φεγγάρι.
Μια κατάρα είναι που σιγοκαίει τον ουρανό.
Ογδόντα προπολεμικές χιλιάδες
Ο άλλος παππούς μου δεν έτρεχε
Με τα φεγγάρια και τα μυστικά νερά
Με το καπέλο πλάγιαζε με το παντελόνι
Και μ΄ ένα κοφτερό υνί
Να του οργώνει τον ύπνο
Απ’ τ’ άγριο χάραμα κινούσε
Βαριά τον ήλιο σέρνοντας
Τις πληγές αλείφοντας με το νεράκι
Μάζευε ο παππούς μου τα λεφτά
Τα μάζευε
Μυρμήγκι τρυφερό στη φωλιά του λίβα
Ογδόντα ολόκληρες χιλιάδες
Κλωσσόπουλα ζεστά
Μπήκε ο πόλεμος σαν αλεπού
Τα έπνιξε
Ούτε φωνή ούτε δάκρυ
Με τα φεγγάρια και τα μυστικά νερά
Με το καπέλο πλάγιαζε με το παντελόνι
Και μ΄ ένα κοφτερό υνί
Να του οργώνει τον ύπνο
Απ’ τ’ άγριο χάραμα κινούσε
Βαριά τον ήλιο σέρνοντας
Τις πληγές αλείφοντας με το νεράκι
Μάζευε ο παππούς μου τα λεφτά
Τα μάζευε
Μυρμήγκι τρυφερό στη φωλιά του λίβα
Ογδόντα ολόκληρες χιλιάδες
Κλωσσόπουλα ζεστά
Μπήκε ο πόλεμος σαν αλεπού
Τα έπνιξε
Ούτε φωνή ούτε δάκρυ
Ο Πατέρας μου
Ο πατέρας-μου ήταν ριψοκίνδυνος άνθρωπος
Αγαπούσε τους αριθμούς
Αγαπούσε τη γη
Του άρεσε να ξαπλώνει κατάχαμα
Και να μετρά τους σφυγμούς της
Ώρες ατέλειωτες χανόταν στη σιωπή
Τον έπαιρνε η νηνεμία του κάμπου
Και τον έκανε στάχυ απόπληκτο
Ένα δαυλό
Τον έπαιρνε η θύελλα των αριθμών
Και τον έκανε σβωλαράκι γης
Ένα μηδέν
Αγαπούσε τους αριθμούς
Αγαπούσε τη γη
Του άρεσε να ξαπλώνει κατάχαμα
Και να μετρά τους σφυγμούς της
Ώρες ατέλειωτες χανόταν στη σιωπή
Τον έπαιρνε η νηνεμία του κάμπου
Και τον έκανε στάχυ απόπληκτο
Ένα δαυλό
Τον έπαιρνε η θύελλα των αριθμών
Και τον έκανε σβωλαράκι γης
Ένα μηδέν
Επέστρεφε στρυφνός
Απόκοσμος
Σαν εξόριστος άγιος
Η Μάνα μου
Η μάνα μου ήταν ωραία κοπέλα
Καθόταν σ’ ένα σκαμνί κοντά στην εξώθυρα
Και έκλαιγε πνιχτά-
Μέναμε σ’ ένα σπιτάκι αντισεισμικό
Νοικιασμένο
Η μάνα μου ήθελε ένα δικό-της σπίτι
Καθόταν σ’ ένα σκαμνί κοντά στην εξώθυρα
Και έκλαιγε πνιχτά-
Μέναμε σ’ ένα σπιτάκι αντισεισμικό
Νοικιασμένο
Η μάνα μου ήθελε ένα δικό-της σπίτι
Τα λουλούδια στον κηπάκο-μας
Ξυπνούσαν κάθε πρωί δακρυσμένα-
Φύτρωναν κάτω από ένα στενό ουρανό
Ετοιμόρροπο
Ήθελαν ένα δικό τους ουρανό
Μαράθηκαν πρώτα τα λουλούδια
Κι έπειτα η μάνα-μου
πιο λουλουδένια κι από τα λουλούδια
"Παραμορφώσεις"
Αρχειοθήκη ιστολογίου
- Ιουν 15 (1)





















